Η ζωή μας είναι γεμάτη απώλειες. Μικρές ή μεγάλες, αναμενόμενες ή άξαφνες, λιγότερο ή περισσότερο τραυματικές, οι απώλειες και η διαχείρισή τους αποτελεί μία από τις σημαντικότερες και απαιτητικότερες εργασίες που καλείται να επιτελέσει ο ανθρώπινος ψυχισμός στην πορεία του στη γη.
Πώς μπορεί να αντέξει κανείς τον πόνο να χάνει έναν αγαπημένο άνθρωπο, έναν γονιό, αδερφό ή αδερφή, έναν σύντροφο, το παιδί του, έναν καρδιακό φίλο ή συγγενή, ένα σπίτι ή έναν τόπο με τον οποίο συνδέθηκε, την υγεία του σωματική ή ψυχική, ένα όνειρο ζωής, μια δουλειά και τα προς το ζην, πλευρές της ταυτότητάς του ή ό,τι άλλο δίνει νόημα και συμβάλλει σε μία ισορροπία;
Όπως επισημαίνει ο Recalcati, απέναντι σε αυτόν τον πόνο, ο οποίος μπορεί να είναι ανυπόφορος ή να επιφέρει διάλυση ανάλογα με τα βιώματα από τις πρώιμες σχέσεις και την οργάνωση του ψυχισμού που έχει κανείς, μοιάζει να ανοίγονται δύο εναλλακτικές, η αποφυγή του ή η διεργασία του πένθους. Για την αποφυγή του πόνου μιας απώλειας επιστρατεύονται κυρίως δύο αμυντικές διεργασίες, η μελαγχολική και η μανιακή. Στην πρώτη ο άνθρωπος προσκολλάται σ’ αυτόν ή σ’ αυτό που χάθηκε, εξιδανικεύει και ταυτίζεται μαζί του ώστε να μην αποχωριστεί και το πένθος μοιάζει να χρονίζει αλλά ουσιαστικά δεν επιτελείται, ενώ στη δεύτερη ο άνθρωπος κάνει σαν να μη χάθηκε τίποτα, αρνείται δηλαδή την απώλεια, το πένθος και τον πόνο του. Η διεργασία του πένθους από την άλλη περιλαμβάνει το επώδυνο βίωμα του αποχωρισμού από όποιον και ό,τι χάθηκε, την αναγνώριση της σημασίας και της αξίας του, τον αντίστοιχο θρήνο και τη σταδιακή απελευθέρωση από τη θλίψη μαζί με μία εσωτερική αποκατάσταση στη συνέχεια.
Η διεργασία του πένθους εμφανίζεται αρχικά ως διεργασία της μνήμης καθώς πολλές και ανεξέλεγκτες αναμνήσεις που σχετίζονται με όποιον ή ό,τι χάθηκε ανακαλούνται και αυτές οι αναμνήσεις γίνονται ταυτόχρονα και πηγή ατελείωτου πόνου. Η ικανότητα πένθους είναι σιγά-σιγά να μπορώ αυτόν ή αυτό που χάθηκε να καταφέρω να τον ενσωματώσω μέσα μου, να τον ενσαρκώνω πλέον εγώ με κάποιο τρόπο ή να βρω κάτι που θα τον ενσαρκώνει, να μη μείνω δέσμιος δηλαδή αυτού που χάθηκε σαν ζωντανός νεκρός όπως συμβαίνει όταν αντιδρούμε μελαγχολικά, αλλά ούτε και να τον εξαφανίσω ή να τον υποκαταστήσω εύκολα σαν να μην υπήρχε ή σαν να μην είχε ποτέ σημασία, όπως όταν αντιδρούμε μανιακά.
Παράλληλα στη διάρκεια του πένθους συντελείται μια εργασία νοηματοδότησης της απώλειας και επανανοηματοδότησης της καινούριας πραγματικότητας που βιώνεται μετά την απώλεια, μαζί με την ανασυγκρότηση του εσωτερικού κόσμου αυτού που πενθεί. Γιατί σε κάθε απώλεια εκτός από ό,τι και όποιον χάνουμε, χάνεται μαζί και ένα κομμάτι του εαυτού μας που ήταν δεμένο με ό,τι χάθηκε, με άλλα λόγια το κενό που αφήνει η απώλεια στον κόσμο γύρω μας ανοίγει ταυτόχρονα κι ένα κενό μέσα μας. Η διαδικασία του πένθους περιλαμβάνει το να αποκαταστήσει κανείς μέσα του το χαμένο αντικείμενο μαζί με το μέρος του εαυτού του και τη ζωτική ενέργεια που έχει χαθεί, να κάνει κάτι δηλαδή σε συμβολικό επίπεδο με το κενό που έχει προκύψει. Αυτή όλη η ψυχική διεργασία είναι σαν ένας αργός μεταβολισμός, μια επίπονη μεταμόρφωση που απαιτεί αρκετό χρόνο και ωριμότητα.
Μια πετυχημένη διεργασία πένθους λοιπόν περιλαμβάνει την αναγνώριση της πραγματικότητας της απώλειας, το άνοιγμα στον πόνο, πιθανή αναθεώρηση των πεποιθήσεων σε σχέση με τη ζωή, αναδόμηση της σχέσης με αυτόν που χάθηκε και αναδημιουργία του εαυτού, αποεπένδυση της ψυχικής ενέργειας από το χαμένο αντικείμενο και επένδυσή της σταδιακά αλλού. Όταν το πένθος έχει ολοκληρωθεί με βάση τον Freud, όποιος και ό,τι έχει χαθεί ξεχνιέται κατά κάποιον τρόπο, όχι όμως όπως στη μανιακή αντιμετώπιση, αλλά ξεχνιέται με την έννοια ότι δεν εμποδίζει πλέον τη ζωή του ανθρώπου όπως στη μελαγχολική παράλυση, η ζωή δηλαδή έχει ελαφρύνει από το βάρος της απώλειας, ακριβώς χάρη στη μνήμη και τον πόνο που έχει προηγηθεί.
Η πορεία του πένθους βέβαια δεν είναι προκαθορισμένη ούτε ίδια σε όλους. Κατά την Kübler-Ross το πένθος περιλαμβάνει πέντε στάδια, την άρνηση, το θυμό, τη διαπραγμάτευση, την κατάθλιψη και τελικά την αποδοχή. Σαν κύματα αυτά τα στάδια συμπαρασύρουν και ταράζουν με διαφορετικό τρόπο τον καθένα μας και η εμφάνισή τους δεν είναι απαραίτητα γραμμική. Όταν όλη αυτή η διαδικασία μπλοκαριστεί για κάποιο λόγο και δεν επιτελείται, τότε μιλάμε για αδύνατο, ανολοκλήρωτο ή ανεπίλυτο πένθος. Αυτό μπορεί να εκδηλωθεί με συμπτώματα όπως άγχος, αϋπνία, κοινωνική απόσυρση, κατάθλιψη, σωματοποίηση, χρήση ουσιών, βία, ψύχωση, ενώ ένα ανολοκλήρωτο πένθος μπορεί να μεταφερθεί και διαγενεακά μέχρι και τρεις γενιές.
Για τον Recalcati είναι σαφές πως καμία διεργασία πένθους δεν συντελείται ολοκληρωτικά, υπάρχει πάντα κάτι που δεν ξεχνιέται, κάτι που δεν αφομοιώνεται κι εμείς δεν αποκολλούμαστε εντελώς από τις απώλειές μας, απ’ ό,τι και όποιον χάσαμε, πάντα κουβαλάμε ίχνη τους και στην πορεία της ζωής αυτές οι απώλειες θέτουν συνεχείς προκλήσεις στις οποίες καλούμαστε να απαντήσουμε ξανά και ξανά, ενώ μπορούν, κι αυτό είναι παρήγορο, να παίξουν καταλυτικό ρόλο στη δημιουργία ζωής και τέχνης.
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Αλεξανδρίδης, Α. (2019). Χτίζοντας ταυτότητα. Αθήνα: Eκδόσεις Ίκαρος.
Μάτσα Κ. (2020) Νιόβη. Το αδύνατο πένθος στον καιρό της πανδημίας. Αθήνα: Eκδόσεις Άγρα.
Neimeyer, R. A. (2006). Ν’ αγαπάς και να χάνεις: Αντιμετωπίζοντας την απώλεια. Αθήνα: Eκδόσεις Κριτική.
Recalcati, M. (2024). Το φως των νεκρών αστεριών. Δοκίμιο για το πένθος και τη νοσταλγία. Αθήνα: Eκδόσεις Κέλευθος.
0 σχόλια