Πέρα από τα ειδικά ερωτήματα που θέτουν κατά διαστήματα όλοι οι γονείς, η διερώτηση «Είμαι καλός γονιός;» και «Πώς μπορώ να βοηθήσω καλύτερα το παιδί μου;» φαίνεται να αποτελεί κοινό τόπο στη σκέψη και το λόγο πολλών ανθρώπων που βρίσκονται σε γονεϊκό ρόλο. Θα είχε λοιπόν ίσως νόημα να προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τι θα συνιστούσε μια αρκετά καλή γονεϊκή στάση γενικότερα, ακολουθώντας τον Winnicott, σύμφωνα με τον οποίο στόχος θα ήταν να είναι κανείς ένας αρκετά καλός γονιός και όχι ένας γονιός τέλειος που δεν αστοχεί ποτέ. Άλλωστε ο γονιός που δεν είναι αλάνθαστος, o γονιός που αμφιβάλλει και που έχει επαφή με τις ελλείψεις του, τόσο στον εσωτερικό του διάλογο όσο και στο λόγο του προς τον άλλον, αποτελεί ουσιαστικά ένα διευκολυντικό πρότυπο για το παιδί.

Δύο θα μπορούσαν να είναι οι βασικοί άξονες που διαπερνούν μια αρκετά καλή γονεϊκή στάση. Ο ένας αφορά τη σύνδεση του γονιού με το μέσα του, με τον δικό του εσωτερικό κόσμο και ο άλλος αφορά τη σύνδεση με το έξω, με το ίδιο το παιδί και τον κόσμο του. Απαιτητική και ευαίσθητη αποστολή για ένα γονιό να έχει στραμμένες τις κεραίες του στον εαυτό του, στο παιδί που υπήρξε, στις πληγές και τις δυσκολίες που κουβαλά από την παιδική του ηλικία, στα συναισθήματα και τις ανάγκες που έχει στο σήμερα και ταυτόχρονα από την άλλη να στρέφει τις κεραίες του σε ένα διαφορετικό πλάσμα, το παιδί του, στα δικά του συναισθήματα και στις δικές του ανάγκες, ώστε να συντονιστεί όσο μπορεί με αυτές, να το πλησιάσει και να το γνωρίσει.

Μία αρκετά καλή γονεϊκή στάση θα περιλάμβανε λοιπόν και αρκετή αναστοχαστική δουλειά. Kαθώς το παιδί, όπως και κάθε άνθρωπος, έχει ανάγκη να έχει ελευθερία έκφρασης, αυτονομία, αυτοεκτίμηση, συναισθηματική ασφάλεια και άνευ όρων αγάπη, θα είχε νόημα για τον γονιό να θέτει στον εαυτό του το ερώτημα αν αυτό που λέει και κάνει απέναντι στο παιδί σέβεται ή υπηρετεί αυτές τις ανάγκες του παιδιού ή αν υπηρετεί κάποιο δικό του άγχος, κάποια δική του σκέψη σε σχέση με το τι θεωρεί σωστό, αν λειτουργεί με βάση τη δική του πιθανή αίσθηση ανεπάρκειας, κάποιο δικό του έλλειμμα ή την αποφυγή κάποιου δικού του πόνου. Έτσι, θα μπορούσε να αναρωτηθεί «Τι ανακαλεί και τι προκαλεί σε μένα ως γονιό το ζήτημα που αντιμετωπίζει το παιδί μου; Ή αυτό που αντιμετωπίζω εγώ με το παιδί μου;», όπως επίσης και το ερώτημα «Τι μπορεί να προβάλω εγώ στο παιδί, τι συναισθήματα που δεν αντέχω, τι προσδοκίες ή ανάγκες δικές μου, τι δυσκολίες, τι φόβους, τι σκέψεις και εκκρεμείς λογαριασμούς του δικού μου παρελθόντος;».

Σ’ αυτή τη διεργασία είναι σημαντικό ο γονιός να επιδεικνύει συμπόνια ταυτόχρονα στον εαυτό του και στο παιδί του, να αποδέχεται τις δικές του συναισθηματικές δυσκολίες, τα δικά του συναισθήματα και όρια και παράλληλα να αποδέχεται τα συναισθήματα, τις δυσκολίες και τα όρια του παιδιού. Σημαντική είναι επίσης η διάθεση για άνοιγμα, εξέλιξη και προσαρμοστικότητα του γονιού, καθώς τα παιδιά δίνουν μοναδικές ευκαιρίες σε μας τους ενήλικες, ώστε να αναθεωρήσουμε τρόπους επικοινωνίας και σχέσης με τη ζωή ή τον εαυτό μας που δε μοιάζουν τόσο λειτουργικοί και βοηθητικοί.

Στην υιοθέτηση μιας αρκετά καλής γονεϊκής στάσης θα συμπεριλαμβανόταν ακόμη το να μιλάει ο γονιός στο παιδί του όσο μπορεί πιο αυθεντικά, να αποφεύγει τα ψέματα, την επίκριση, απειλές, τιμωρίες και οποιαδήποτε άλλης μορφής βία. Επίσης, σημαντικό είναι να δείχνει πίστη στο παιδί και να το διευκολύνει έτσι να καλλιεργήσει εμπιστοσύνη προς τον εαυτό του και την αξία του μέσα από την αποδοχή και την έκφραση των συναισθημάτων του, ιδιαίτερα των πιο επώδυνων, και μέσα από την παροχή της δυνατότητας να αναζητήσει το ίδιο τις δικές του λύσεις. Μια αρκετά καλή γονεϊκή στάση εμπεριέχει την ιδέα της σταθερότητας και της συνέπειας που εδραιώνει ένα αίσθημα ασφάλειας, εμπεριέχει τη φροντίδα, τη στοργή, την καθοδήγηση-οριοθέτηση και αποφεύγει τη λογική και πρακτική του ελέγχου που εγκλωβίζει το παιδί στο φόβο και στο κυνήγι της αποδοχής των γονιών και που το εμποδίζει ουσιαστικά να ζήσει και να δημιουργήσει αυτόνομα με γνώμονα τη δική του επιθυμία. Στην αρκετά καλή γονεϊκή στάση περιλαμβάνεται επίσης η αφιέρωση αποκλειστικού χρόνου και προσοχής στο κάθε παιδί, αλλά και η παράλληλη φροντίδα του εαυτού του ίδιου του γονιού η οποία θα αποτρέψει την πιθανότητα να καταστεί το παιδί φροντιστής των συναισθηματικών και άλλων αναγκών του.

Μια ακόμη διάσταση της αρκετά καλής γονεϊκής στάσης είναι το άνοιγμα στο παιδί του δρόμου προς τον άλλον γονιό και σε μία θετική εικόνα για εκείνον καθώς ένα παιδί ταυτίζεται με πλευρές και των δύο γονιών του και έχει ανάγκη και τους δύο είτε εκείνοι ζουν μαζί είτε ζουν χωριστά. Σημαντικό είναι ακόμη να διατηρούνται τα όρια του συστήματος του ζευγαριού σε σχέση με τα παιδιά και τις οικογένειες καταγωγής, να διαφυλάσσεται δίχως ενοχή ο προσωπικός χρόνος και η επικοινωνία του ζευγαριού, ο θηλυκός και αρσενικός ρόλος πέραν του γονεϊκού, να αποφεύγονται συμμαχίες με το παιδί, και μπροστά στο παιδί να υπάρχει όσο το δυνατόν λιγότερη διαμάχη των δύο γονιών γενικά, αλλά και ειδικά σε ό, τι αφορά τα θέματα του ίδιου του παιδιού.

Τέλος, σημαντική θα ήταν η απουσία της αίσθησης ιδιοκτησίας, ακολουθώντας τον ψυχαναλυτή Massimo Recalcati ο οποίος ορίζει τη μητρική λειτουργία ως φιλοξενία χωρίς ιδιοκτησία και την πατρική ως υπευθυνότητα χωρίς ιδιοκτησία, ενώ αναφέρει ως το καλύτερο δώρο του γονιού προς το παιδί την εγκατάλειψή του στην έρημο, το να του επιτρέψει δηλαδή να υπάρξει ως χωριστή οντότητα, διαδικασία που περιλαμβάνει την ικανότητα του γονιού να αποχωρίζεται το παιδί του, να δέχεται τη διαφοροποίηση, δηλαδή το χωρισμό, ψυχικό και σωματικό, από τα παιδιά του και τη μεταβίβαση της επένδυσης του παιδιού σε άλλα άτομα και αντικείμενα πέραν της οικογένειας.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Αλεξανδρίδης, Α. (2018). Παιδικοί έρωτες. Σχολή ανήσυχων γονέων. Ίκαρος.
Αλεξανδρίδης, Α. (2019). Χτίζοντας ταυτότητα. Σχολή ανήσυχων γονέων. Ίκαρος.
Aldort, N. (2010). Αναθρέφοντας τα παιδιά μας αναθρέφουμε τον εαυτό μας. Αλκυών.
Marcoli, A. (2013). Το παιδί που χάθηκε και ξαναβρέθηκε. University Studio Press.
Recalcati, M. (2016). Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου. Κέλευθος.
Recalcati, M. (2017). Τα χέρια της μητέρας. Κέλευθος.
Winnicott, D.W. (1994). Συζητήσεις με τους γονείς. Ελληνικά Γράμματα.


admin

Ορμώμενη από την ανάγκη μου να κατανοήσω βαθύτερα τον εαυτό μου, τη ζωή και τις σχέσεις των ανθρώπων οδηγήθηκα στις σπουδές ψυχολογίας. Έτσι το 2004 απέκτησα το πτυχίο μου από το τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Κρήτης καθώς και την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Στη συνέχεια ξεκίνησε μια μεγάλη διαδρομή αποκόμισης πολύτιμων εμπειριών μέσα από διαφορετικά εργασιακά και εκπαιδευτικά πλαίσια. Έχω παρακολουθήσει, μεταξύ άλλων, πρόγραμμα κλινικής κατάρτισης στην ατομική ψυχοθεραπεία ενηλίκων ψυχοδυναμικής κατεύθυνσης, σεμινάρια συστημικής ψυχοθεραπείας και εργαστήρια θεραπειών μέσω τέχνης. Επαγγελματικά έχω κληθεί να στηρίξω ως ψυχολόγος άτομα τρίτης ηλικίας στο Πρόγραμμα “Βοήθεια στο σπίτι”, γονείς σε Σχολές Γονέων, εκπαιδευόμενους σε Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, εργαζόμενους στο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, μετανάστες και πρόσφυγες, γυναίκες καταρτιζόμενες στα πλαίσια εργασιακής συμβουλευτικής, παιδιά και γονείς σε δύο σχολεία και σε δύο κέντρα ειδικών θεραπειών, ενήλικες στο ιδιωτικό μου γραφείο στη Θεσσαλονίκη, ενώ έχω πάρει μέρος και σε δύο εθελοντικές δράσεις με παιδιά. Σήμερα συνεχίζω στην Αθήνα την άσκηση της ψυχολογικής στήριξης, της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας στον ιδιωτικό κυρίως τομέα, μέσα από την ψυχοδυναμική προσέγγιση, καθώς η προσωπική ανάγκη κατανόησης και εξέλιξης παραμένει το ίδιο έντονη όπως και η επιθυμία μου να συναντώ και να βοηθώ άλλους ανθρώπους.

0 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Σύμβολο κράτησης θέσης avatar

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *