Είναι γεγονός πως η εποχή της επαγγελματικής σταθερότητας και ασφάλειας στην εργασία έχει πλέον παρέλθει. Οι άνθρωποι ανά τον κόσμο αλλάζουν δουλειές αλλά και καριέρες σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Όταν όμως η απώλεια της εργασίας δεν αποτελεί προσωπική επιλογή ή έρχεται απροσδόκητα, αυτό φέρνει το άτομο που τη ζει αντιμέτωπο με ιδιαίτερα στρεσογόνους παράγοντες καθώς και με διάχυτα ή και έντονα συναισθήματα.

Επειδή τείνουμε να ταυτίζουμε τον εαυτό μας με τη δουλειά που κάνουμε, επειδή η εργασία ορίζει σημαντικά σχέδια της ζωής μας, προσφέρει μια αίσθηση σκοπού και ενισχύει την αυτοεκτίμησή μας κι επειδή παρέχει ένα πλαίσιο που προστατεύει από το κενό, που οργανώνει τη ζωή καθώς και ένα πεδίο κοινωνικής αλληλεπίδρασης, η απώλειά της μπορεί να κλονίσει τα θεμέλια της ταυτότητάς μας και του πλάνου ζωής μας και να εγείρει μια διαδικασία πένθους. Οι έρευνες έχουν δείξει τις σημαντικές επιπτώσεις της απώλειας της εργασίας στην ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα του ατόμου, όπως τη μειωμένη αίσθηση αξίας και αυτοεκτίμησης, τα αυξημένα επίπεδα κατάθλιψης, άγχους, θυμού και διαπροσωπικής βίας, τη χρήση αλκοόλ ή ουσιών.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η ανεργία δεν αποτελεί αποκλειστικά ατομική υπόθεση, είναι και αποτέλεσμα του ευρύτερου τρόπου που λειτουργεί μια κοινωνία ή μια κοινότητα. Η συλλογική διάσταση μοιάζει συχνά να παραμερίζεται και φαίνεται πως το άτομο είναι εκείνο που επωμίζεται το μεγαλύτερο κομμάτι της ευθύνης. Οι αιτίες όμως προέρχονται και από το άτομο και από την κοινωνία. Οι επιπτώσεις βαραίνουν και το άτομο και την κοινωνία.

Αν εστιάσουμε στο ψυχικό επίπεδο, η απώλεια της εργασίας έχει διαφορετικό αντίκτυπο σε κάθε άνθρωπο, όχι μόνο λόγω της διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών ζωής και των ρόλων που επιτελεί ο καθένας. Φαίνεται όμως, μεταξύ άλλων, πως αυτό που καθιστά δύσκολη την απώλεια της εργασίας είναι το ότι μας φέρνει αντιμέτωπους με αλληλοσυγκρουόμενες απαιτήσεις. Από τη μια, όπως κάθε απώλεια, απαιτεί μια επεξεργασία των συναισθημάτων και του πένθους που τη συνοδεύουν, διαδικασία που δεν αναγνωρίζεται σε μεγάλο βαθμό κοινωνικά, παίρνει ωστόσο αρκετό χρόνο και ενέργεια. Από την άλλη ο άνθρωπος που χάνει τη δουλειά του χρειάζεται ή αντιμετωπίζει την κοινωνική προσδοκία να είναι αδιάκοπα κινητοποιημένος και συνεπής στην αναζήτηση εργασίας, ακόμη κι αν νιώθει αποθαρρυμένος, απογοητευμένος, προδομένος ή αντιμέτωπος με το φόβο μιας ακόμη επικείμενης απόρριψης.

Παράλληλα, όταν κανείς χάνει τη δουλειά του έρχεται αντιμέτωπος με μια οικονομική απώλεια, με την ενδεχόμενη ανικανότητα συντήρησης του εαυτού και της οικογένειας και αυτό είναι πιθανό να έχει αντίκτυπο στις κοντινές και οικογενειακές του σχέσεις. Συχνά στη μειωμένη αίσθηση της προσωπικής του αξίας, έρχεται να προστεθεί μια άμεση ή έμμεση μείωση της αξίας εκ μέρους των άλλων μέσω επίρριψης ευθύνης, κάτι που συντελεί σε ένα φαύλο κύκλο αυτομομφής, ντροπής και απομόνωσης, ιδιαίτερα αν η ανεργία αποκτήσει μια διάρκεια στο χρόνο.

Η απώλεια και το πένθος, μικρό ή μεγάλο, που ακολουθεί την είσοδο στην ανεργία είναι βέβαια μια προσωπική εμπειρία γιατί ο καθένας μας είναι διαφορετικός και η κάθε ιστορία είναι μοναδική. Αν επιχειρούσαμε όμως να επισημάνουμε κάποια σημεία ως προς τη διαχείριση της απώλειας της εργασίας, θα εστιάζαμε στα ακόλουθα:

  • Να πάρουμε σοβαρά την απώλεια, να επιτρέψουμε δηλαδή στον εαυτό μας να ασχοληθεί με την απώλεια.
  • Να βρούμε το χώρο και το χρόνο να έρθουμε σε επαφή με τα συναισθήματά μας τα οποία σχετίζονται με την απώλεια της δουλειάς, όποια κι αν είναι αυτά λύπη, φόβος, θυμός, ντροπή, ενοχή, ανακούφιση, είτε αφορά εμάς τους ίδιους είτε κάποιο μέλος της οικογένειάς μας.
  • Να πλησιάσουμε τους άλλους και να μιλήσουμε σε κάποιον που εμπιστευόμαστε.
  • Να αντιμετωπίσουμε το στρες που επιφέρει η αλλαγή και το κενό της απώλειας μέσα από κάποια δημιουργική δραστηριότητα, μέσα από τη σωματική άσκηση ή κάποια μέθοδο χαλάρωσης, εστιάζοντας δηλαδή στο παρόν.
  • Να αναζητήσουμε και να βρούμε ένα προσωπικό νόημα σε αυτή την απώλεια.
  • Να βρούμε χρόνο να δείξουμε το ενδιαφέρον μας και να ακούσουμε έναν δικό μας άνθρωπο, συγγενή ή φίλο, που χάνει την εργασία του.
  • Ας έχουμε στο νου ότι ο καθένας πενθεί με το δικό του τρόπο μια απώλεια.
  • Αν είμαστε γονείς κι ανησυχούμε σε σχέση με το γονεϊκό μας ρόλο ή ερχόμαστε αντιμέτωποι με συναισθήματα ή και με ερωτήσεις του παιδιού/των παιδιών μας, μπορούμε να λάβουμε υπόψη κάποιους παράγοντες σε σχέση με το τι θα ωφελούσε το παιδί. Αρχικά, θα χρειαστεί να σκεφτούμε την ηλικία του, καθώς διαφορετικά απαντάμε και μιλάμε σε ένα παιδί νηπίου, σε ένα παιδί σχολικής ηλικίας και διαφορετικά σε έναν έφηβο ή μία έφηβη. Επιπλέον, σημαντικό είναι να έρθουμε σε επαφή με τη δική μας εσωτερική πραγματικότητα πρώτα, να έχουμε για παράδειγμα επίγνωση της δικής μας αγωνίας πριν αλληλεπιδράσουμε με την αγωνία του παιδιού. Το να είμαστε όσο αυθεντικοί μπορούμε σ’ αυτή την αλληλεπίδραση είναι πολύ βοηθητικό για τη σχέση μας με το παιδί, καθώς το παιδί ανεξαρτήτως ηλικίας αντιλαμβάνεται το άρρητο συναίσθημά μας. Τέλος, ωφέλιμο φαίνεται να είναι να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε μια νέα κανονικότητα στην καθημερινότητά μας διατηρώντας ρουτίνες, καθώς αυτό βοηθά πολύ στην αίσθηση της ασφάλειας τόσο της δικής μας όσο και των παιδιών μας.
  • Η απώλεια της εργασίας και του ρόλου που συνεπάγεται μπορεί να αποτελέσει και μία ευκαιρία για προσωπική ανάπτυξη ή αναθεώρηση της ζωής, οπότε μπορούμε να προσπαθήσουμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας την όποια αλλαγή.
  • Να υποστηρίξουμε τον άνεργο εαυτό μας ή τον άνεργο δικό μας άνθρωπο, δίνοντας έμφαση στα δυνατά του σημεία και στις ικανότητές του και να αποφύγουμε την επίκριση και τον έλεγχο.

Τέλος, ας μην ξεχνάμε τη διατήρηση της ελπίδας πως μέσα από ένα επώδυνο μονοπάτι, όπως μπορεί να αποδειχτεί αυτό της απώλειας μιας δουλειάς, μπορούμε ενδυναμωμένοι και ανανεωμένοι να προχωρήσουμε μπροστά σε ένα πιο επιθυμητό μέλλον…

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Neimeyer, R. A. (2006). Ν’ αγαπάς και να χάνεις: Αντιμετωπίζοντας την απώλεια. Αθήνα: Eκδόσεις Κριτική.


admin

Ορμώμενη από την ανάγκη μου να κατανοήσω βαθύτερα τον εαυτό μου, τη ζωή και τις σχέσεις των ανθρώπων οδηγήθηκα στις σπουδές ψυχολογίας. Έτσι το 2004 απέκτησα το πτυχίο μου από το τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Κρήτης καθώς και την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Στη συνέχεια ξεκίνησε μια μεγάλη διαδρομή αποκόμισης πολύτιμων εμπειριών μέσα από διαφορετικά εργασιακά και εκπαιδευτικά πλαίσια. Έχω παρακολουθήσει, μεταξύ άλλων, πρόγραμμα κλινικής κατάρτισης στην ατομική ψυχοθεραπεία ενηλίκων ψυχοδυναμικής κατεύθυνσης, σεμινάρια συστημικής ψυχοθεραπείας και εργαστήρια θεραπειών μέσω τέχνης. Επαγγελματικά έχω κληθεί να στηρίξω ως ψυχολόγος άτομα τρίτης ηλικίας στο Πρόγραμμα “Βοήθεια στο σπίτι”, γονείς σε Σχολές Γονέων, εκπαιδευόμενους σε Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, εργαζόμενους στο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, μετανάστες και πρόσφυγες, γυναίκες καταρτιζόμενες στα πλαίσια εργασιακής συμβουλευτικής, παιδιά και γονείς σε δύο σχολεία και σε δύο κέντρα ειδικών θεραπειών, ενήλικες στο ιδιωτικό μου γραφείο στη Θεσσαλονίκη, ενώ έχω πάρει μέρος και σε δύο εθελοντικές δράσεις με παιδιά. Σήμερα συνεχίζω στην Αθήνα την άσκηση της ψυχολογικής στήριξης, της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας στον ιδιωτικό κυρίως τομέα, μέσα από την ψυχοδυναμική προσέγγιση, καθώς η προσωπική ανάγκη κατανόησης και εξέλιξης παραμένει το ίδιο έντονη όπως και η επιθυμία μου να συναντώ και να βοηθώ άλλους ανθρώπους.

0 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Σύμβολο κράτησης θέσης avatar

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *